Ερωτήσεις και Απαντήσεις για τον Εξωδικαστικό Μηχανισμό Ρύθμισης Οφειλών Επιχειρήσεων (Ν. 4469/2017)

Οι Δικηγόροι - Διαμεσολάβητές της RESOLVE είναι από..." />

Εξωδικαστικός Μηχανισμός Ρύθμισης Οφειλών Επιχειρήσεων (Ν. 4469/2017)

Ερωτήσεις και Απαντήσεις για τον Εξωδικαστικό Μηχανισμό Ρύθμισης Οφειλών Επιχειρήσεων (Ν. 4469/2017)

Οι Δικηγόροι – Διαμεσολάβητές της RESOLVE είναι απόλυτα εξειδικευμένοι ώστε να συμβουλέψουν και να καθοδηγήσουν τον επιχειρηματία που επιθυμεί να ενταχθεί στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό Ρύθμισης Οφειλών Επιχειρήσεων και να τον συνδράμουν σε κάθε στάδιο αυτού. Παρακαλούμε επικοινωνήστε μαζί μας προκειμένου να ορίσουμε μία συνάντηση και να σας ενημερώσουμε από κοντά. Κατωτέρω ακολουθεί μία πολύ λεπτομερής παρουσίαση του εξωδικαστικού Μηχανισμού ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων μέσα από Ερωτήσεις και Απαντήσεις.

  • Τι είναι ο εξωδικαστικός Μηχανισμός ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων;

Ο εξωδικαστικός Μηχανισμός (Ν. 4469/2017) είναι μία διαδικασία ρύθμισης οφειλών προς οποιονδήποτε πιστωτή, δηλαδή ‬τράπεζες, εφορίες, ‬τελωνεία, ‬δήμους, ασφαλιστικά ταμεία και ιδιώτες (π.χ. προμηθευτές) , οι οποίες είτε προέρχονται από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας του οφειλέτη, είτε αποτελούν οφειλές από άλλη αιτία, εφόσον η ρύθμιση των εν λόγω οφειλών κρίνεται από τους συμμετέχοντες στη διαδικασία απαραίτητη προκειμένου να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του οφειλέτη.

  • Ποιοι μπορούν να υποβάλουν αίτηση για τον εξωδικαστικό Μηχανισμό ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων;

Αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία μπορεί να υποβάλει κάθε εταιρία ή επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ελλάδα με συνολικές οφειλές άνω των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000€), οι οποίες βρίσκονται σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών έως την 31η Δεκεμβρίου 2016 ή που ρυθμίστηκαν μετά την 1η Ιουλίου 2016 και έχει θετικό καθαρό αποτέλεσμα προ φόρων σε τουλάχιστον μία από τις τελευταίες τρεις χρήσεις πριν την υποβολή της αίτησης ρύθμισης.

Επιπλέον, στη διαδικασία μπορούν να υπαχθούν οι ελεύθεροι επαγγελματίες, όσον αφορά στη διευθέτηση των οφειλών τους απέναντι στο Δημόσιο και στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίοι μπορούν να προτείνουν σε αυτούς λύσεις ρύθμισης οφειλών ανάλογες με εκείνες που αποδέχονται ή αντιπροτείνουν στο πλαίσιο της διαδικασίας εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών των επιχειρήσεων. Ως προς τη ρύθμιση δε των υπολοίπων οφειλών τους προς τράπεζες και λοιπούς ιδιώτες, αυτή καθίσταται εφικτή μέσω της διαδικασίας που προβλέπεται στον Νόμο 3869/2010 για τα Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά, μετά από τις τροποποιήσεις που υπέστη με τον Νόμο 4346/2015.

  • Ποιοι δεν μπορούν να υπαχθούν στη διαδικασία;

– Πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοδοτικά ιδρύματα και πάροχοι επενδυτικών υπηρεσιών, καθώς και υποκαταστήματα αλλοδαπών τέτοιων ιδρυμάτων και παρόχων που λειτουργούν στην Ελλάδα,
– Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες, Οργανισμοί Εναλλακτικών Επενδύσεων, και οι διαχειριστές αυτών,
– Ασφαλιστικές εταιρείες,
– Φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο για υπαγωγή στις διατάξεις του Ν. 4307/2014 (αναφορικά με την έκτακτη διαδικασία ρύθμισης υποχρεώσεων εμπόρων) ή του Πτωχευτικού Κώδικα, ή έχουν υπαχθεί στις ως άνω διαδικασίες, ή έχουν διακόψει την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, ή βρίσκονται σε διαδικασία λύσης/εκκαθάρισης, ή έχουν καταδικαστεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

  • Τι πρέπει να περιλαμβάνει η αίτηση;

α) Τα πλήρη οικονομικά στοιχεία του οφειλέτη που αφορούν τον αριθμό και τις οφειλές ανά πιστωτή.
β) Την πρόταση του για τον τρόπο ρύθμισης των οφειλών του, αναφέροντας το ποσό που μπορεί να καταβάλει σε μηνιαία ή ετήσια βάση για την αποπληρωμή των οφειλών του.
β) Τη Δήλωση των περιουσιακών στοιχείων του με ταυτόχρονη εκτίμηση της ακίνητης περιουσίας από εκτιμητή ακινήτων.
γ) Την έκθεση αξιολόγησης βιωσιμότητας του οφειλέτη, εάν έχει εκπονηθεί.

  • Είναι απαραίτητη η αξιολόγηση βιωσιμότητας των επιχειρήσεων;

Η αξιολόγηση βιωσιμότητας του οφειλέτη ανατίθεται σε εμπειρογνώμονα-σύμβουλο επιχειρήσεων . Για τις μικρές επιχειρήσεις γίνεται υποχρεωτική εφόσον υποβάλλεται αίτημα από πιστωτές που είναι δικαιούχοι τουλάχιστον του ενός τρίτου του συνόλου των απαιτήσεων που συμμετέχουν στη διαδικασία , ενώ για μεγάλες επιχειρήσεις είναι υποχρεωτική. Ως «μεγάλες επιχειρήσεις» νοούνται όσες κατά την τελευταία χρήση πριν από την υποβολή της αίτησης είχαν κύκλο εργασιών μεγαλύτερο 2.500.000 ευρώ ή έχουν συνολικές υποχρεώσεις (ληξιπρόθεσμες ή μη) υψηλότερες των 2.000.000 ευρώ και ως «μικρές επιχειρήσεις» νοούνται όσες κατά την τελευταία χρήση πριν από την υποβολή της αίτησης είχαν κύκλο εργασιών έως 2.500.000 ευρώ και συνολικές υποχρεώσεις (ληξιπρόθεσμες ή μη) 2.000.000 ευρώ.

  • Ποια είναι τα βήματα της διαδικασίας;

Βήμα Πρώτο: Υποβολή της αίτησης

Καταρχάς, ο οφειλέτης, ο οποίος μπορεί να υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία ηλεκτρονικά στην Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (ΕΓΔΙΧ) έως την 31η Δεκεμβρίου 2018 με τη χρήση ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας που θα τηρείται στην ιστοσελίδα της ΕΓΔΙΧ. Η υποβολή των αιτήσεων ξεκίνησε στις 3 Αυγούστου 2017.
Επίσης, τη διαδικασία μπορούν να εκκινήσουν ως πιστωτές το Ελληνικό Δημόσιο, οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή άλλο ΝΠΔΔ (περιλαμβανομένων των ΟΤΑ), ή οι χρηματοδοτικοί φορείς μπορούν κοινοποιώντας στον οφειλέτη έγγραφη πρόσκληση να υπαχθεί στον νόμο. Στην περίπτωση που ο οφειλέτης δεν ανταποκριθεί, χάνει το δικαίωμα να κινήσει ο ίδιος τη διαδικασία μεταγενέστερα, χωρίς να προσκληθεί εκ νέου από τους πιστωτές.

Βήμα Δεύτερο: Διορισμός συντονιστή

Η Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (ΕΓΔΙΧ) διορίζει συντονιστή της διαδικασίας επιλεγμένο από το μητρώο συντονιστών που τηρείται στην ΕΓΔΙΧ εντός 2 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.

Βήμα Τρίτο: Έλεγχος της πληρότητας της αίτησης

Αν ο συντονιστής δεν αποποιηθεί τον διορισμό του ειδοποιεί την ΕΓΔΙΧ για την ανάληψη των καθηκόντων του, ελέγχει την πληρότητα της αίτησης και κοινοποιεί απόσπασμα της σε όλους τους αναφερόμενους σε αυτή πιστωτές.

Βήμα Τέταρτο: Έναρξη της διαδικασίας διαπραγμάτευσης

Εντός 10 ημερών, οι πιστωτές αποστέλλουν στον συντονιστή δήλωση για την πρόθεση τους να συμμετάσχουν στη διαδικασία, υπογράφουν τη δήλωση εμπιστευτικότητας και βεβαιώνουν το ποσό της συνολικής τους απαίτησης κατά του οφειλέτη. Για να προχωρήσει η διαδικασία απαιτείται να συμμετέχουν δικαιούχοι τουλάχιστον του 50% του συνόλου των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη. Αν συγκεντρωθεί απαρτία, ο συντονιστής κοινοποιεί σε όλους τους πιστωτές πλήρες αντίγραφο της αίτησης και ενημερώνει τον οφειλέτη για την έναρξη της διαδικασίας διαπραγμάτευσης.

Βήμα Πέμπτο: Διαδικασία της διαπραγμάτευσης

Οι πιστωτές, αφού λάβουν γνώση του περιεχομένου της αίτησης και της πρότασης του οφειλέτη ως προς τη ρύθμισης των οφειλών του, οφείλουν εντός ενός (1) μηνός να αποστείλουν τυχόν αντιπροτάσεις τους.
Απαραίτητα στοιχεία που πρέπει να περιέχει η αντιπρόταση είναι τα εξής:
α) μία αξιολόγηση από τον πιστωτή σχετικά με τη βιωσιμότητα της επιχείρησης του οφειλέτη
β) την αξία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, εφόσον ο πιστωτής δεν συμφωνεί με την αξία ρευστοποίησης που έχει δηλωθεί από τον οφειλέτη
γ) το ποσό που προτείνεται να καταβάλει ο οφειλέτης, εφόσον ο πιστωτής δεν συναινεί με το ποσό που προτάθηκε από τον οφειλέτη
δ) το συνολικό ποσό που πρέπει να πληρωθεί σε κάθε πιστωτή με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης των οφειλών.

Οι αντιπροτάσεις των πιστωτών κοινοποιούνται στους λοιπούς συμμετέχοντες πιστωτές και τον οφειλέτη, οι οποίοι έχουν δικαίωμα να προτείνουν τροποποιήσεις εντός δεκαπέντε (15) ημερών. Με τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας και εντός δέκα (10) ημερών, ο οφειλέτης οφείλει να δηλώσει αν αποδέχεται μία ή περισσότερες από τις αντιπροτάσεις. Στην περίπτωση που οφειλέτης εγκρίνει κάποια αντιπρόταση, αυτή τίθεται σε ψηφοφορία από τους συμμετέχοντες πιστωτές.

Αν οι πιστωτές δεν υπέβαλαν καμία αντιπρόταση ή ο οφειλέτης δεν ενέκρινε καμία από τις υποβληθείσες αντιπροτάσεις, τότε τίθεται σε ψηφοφορία από τους πιστωτές η αρχική πρόταση του οφειλέτη.

Όλοι οι συμμετέχοντες στη διαδικασία υπέχουν υποχρέωση εχεμύθειας και ειλικρίνειας ως προς το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων. Δεν επιτρέπεται η κοινοποίηση σε τρίτους πληροφοριών χωρίς την γραπτή συναίνεση όλων των μερών, ενώ οι προτάσεις και οι αντιπροτάσεις ρύθμισης οφειλών δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία ρύθμισης της οφειλής.

  • Προβλέπεται αναστολή εκτέλεσης κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης;

Από την ημέρα αποστολής της πρόσκλησης συμμετοχής στη διαδικασία προς του πιστωτές και για 70 ημέρες αναστέλλονται αυτοδικαίως τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη για την ικανοποίηση των απαιτήσεων, των οποίων ζητείται η εξωδικαστική ρύθμιση, καθώς και η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου κατά του οφειλέτη. Πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης που διενεργούνται από πιστωτές μετά την κοινοποίηση σε αυτούς αντιγράφου της αίτησης υπαγωγής στη διαδικασία είναι άκυρες.

  • Πώς ολοκληρώνεται η διαδικασία;

Η πρόταση αναδιάρθρωσης οφειλών εγκρίνεται αν συναινέσει σε αυτή ποσοστό 3/5 των συμμετεχόντων πιστωτών. Κατόπιν της επίτευξης της συμφωνίας, υπογράφεται με επιμέλεια του συντονιστή μεταξύ των συναινούντων πιστωτών και του οφειλέτη η σύμβαση αναδιάρθρωσης των οφειλών. Κάθε μέρος που συμμετείχε στη διαδικασία λαμβάνει αντίγραφο του πρακτικού περαίωσης της διαπραγμάτευσης.

Ο οφειλέτης ή κάποιος εκ των πιστωτών μπορεί να καταθέσει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο αίτηση επικύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης των οφειλών και εφόσον γίνει δεκτή από το δικαστήριο, αυτή αποκτά δεσμευτική ισχύ, ισότιμη με την ισχύ δικαστικής απόφασης (εκτελεστότητα).

  • Είναι δυνατόν να καταπέσει η συμφωνία αναδιάρθρωσης; Ποιες οι συνέπειες;

Το σχέδιο αναδιάρθρωσης οφειλών καταπίπτει αν ο οφειλέτης δεν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό σε πιστωτή σύμφωνα με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης για διάστημα μεγαλύτερο των 90 ημερών. Τότε ο πιστωτής δικαιούται να ζητήσει από το δικαστήριο την ακύρωση της συμφωνίας ως προς όλους. Η κατάπτωση του σχεδίου επιφέρει αναβίωση των απαιτήσεων όπως αυτές υφίσταντο προ του σχεδίου . Οι τυχόν καταβολές στο πλαίσιο της συμφωνίας αφαιρούνται.

  • Ποια είναι η αμοιβή του συντονιστή;

Αν ο οφειλέτης και οι πιστωτές δεν συμφώνησαν μεγαλύτερη αμοιβή, η αμοιβή του συντονιστή ορίζεται στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ για τις «μικρές» επιχειρήσεις και στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ για «μεγάλες» επιχειρήσεις, και καταβάλλεται από το μέρος που υπέβαλε την αίτηση για την έναρξη της διαδικασίας πριν τον έλεγχο της πληρότητας της αίτησης από τον συντονιστή.