Η Διαμεσολάβηση

  1. Τι είναι η Διαμεσολάβηση;

Η Διαμεσολάβηση είναι μέθοδος εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών. Τα μέρη προσέρχονται στη διαδικασία σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του νόμου (βλ. παρακάτω ερώτηση 2), συνοδευόμενα από τους Δικηγόρους τους, παραμένουν δε στη διαδικασία εκουσίως και, με τη βοήθεια του ανεξάρτητου και αμερόληπτου Διαμεσολαβητή, διαπραγματεύονται και επιδιώκουν την επίλυση της ιδιωτικής τους διαφοράς με συμφωνία. Η συμφωνία, ενσωματώνεται στο Πρακτικό της Διαμεσολάβησης και, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, καθίσταται εκτελεστός τίτλος, έχει δηλαδή τη δεσμευτική ισχύ μιας δικαστικής απόφασης.

Η Διαμεσολάβηση θεσμοθετήθηκε στο ελληνικό δικαιικό σύστημα με τον ν. 3898/2010 σε εφαρμογή της Οδηγίας 2008/52/ΕΚ. Σήμερα είναι σε ισχύ ο ν. 4512/2018 (άρθρα 178-205) (βλ. κατωτέρω ερώτηση 10).

  1. Πότε και πώς μπορεί μια διαφορά να υπαχθεί στη Διαμεσολάβηση;

Τα μέρη μπορούν να υπαγάγουν τη διαφορά τους στη Διαμεσολάβηση σε οποιοδήποτε στάδιο βρίσκεται, πριν ή ακόμα και ύστερα από την ενδεχόμενη προσφυγή τους στη Δικαιοσύνη. Ο γενικός κανόνας είναι ότι μια διαφορά μπορεί να υπαχθεί στη Διαμεσολάβηση μόνο εφόσον το επιθυμούν τα μέρη (εκούσια υπαγωγή).

Στον ν. 4512/2018 προβλέπεται ότι για συγκεκριμένες και μόνο διαφορές η υπαγωγή στη Διαμεσολάβηση είναι υποχρεωτική και αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της συζήτησης της αγωγής στο ακροατήριο, αν δεν επιτευχθεί λύση στη Διαμεσολάβηση, της οποίας το σύνηθες ποσοστό επιτυχίας, στην Ελλάδα και διεθνώς, ξεπερνά το 75%. Και στις δυο περιπτώσεις τα μέρη παραμένουν στη διαδικασία μόνο εφόσον το επιθυμούν η δε επίλυση της διαφοράς επαφίεται αποκλειστικά στην βούληση τους, γίνεται δηλαδή ύστερα από έγγραφη συμφωνία τους.

Α) Εκούσια υπαγωγή: Εκουσίως υπάγονται στη Διαμεσολάβηση οι διαφορές Αστικού και Εμπορικού Δικαίου για τις οποίες τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου, δηλαδή για τις οποίες δεν απαιτείται από τον νόμο η έκδοση δικαστικής απόφασης για την επίλυσή τους. Ενδεικτικά, μπορούν να υπαχθούν στη Διαμεσολάβηση οι διαφορές: μεταξύ Εργαζομένων και Εργοδοτών, Εταιρικού και ευρύτερου Εμπορικού δικαίου, Ναυτικού δικαίου, Τραπεζικού δικαίου, Εμπραγμάτου δικαίου, από αυτοκινητικά ατυχήματα, μισθωτικές διαφορές και διαφορές που προκύπτουν από την εκτέλεση τεχνικών έργων, συμβάσεων κ.λπ.

Β) Υποχρεωτική υπαγωγή: Υποχρεωτικά υπάγονται στη Διαμεσολάβηση οι διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 182 ν. 4512/2018 (το οποίο τίθεται σε ισχύ στις 18.10.2018). Σε αυτό προβλέπεται η υποχρεωτική ενημερωτική συνεδρία των μερών με τον Διαμεσολαβητή ως προϋπόθεση του παραδεκτού ενδεχόμενης μεταγενέστερης συζήτησης της υπόθεσης σε Δικαστήριο. Είδη διαφορών που υπάγονται στην υποχρεωτική Διαμεσολάβηση: διαφορές Oικογενειακού δικαίου (επιμέλεια, διατροφή, συμμετοχή στα αποκτήματα κ.λπ), διαφορές oροφοκτησίας και κοινοχρήστων, διαφορές απαιτήσεων κατά ιατρών και νοσοκομείων από ιατρικές πράξεις, διαφορές από την προσβολή σημάτων, ευρεσιτεχνιών κ.λπ., απαιτήσεις από υλικές ζημιές από τροχαία ατυχήματα, απαιτήσεις επαγγελματιών από συμφωνημένες αμοιβές και διαφορές από χρηματιστηριακές συμβάσεις.

Τέλος, το δικαστήριο μπορεί να προτείνει την υπαγωγή μιας διαφοράς στη Διαμεσολάβηση, αλλά όχι να την παραπέμψει.

  1. Ποιος είναι ο Διαμεσολαβητής και πώς ορίζεται;

Ο Διαμεσολαβητής είναι ο ουδέτερος τρίτος, βοηθός διαπραγμάτευσης, ο οποίος είναι ειδικά εκπαιδευμένος και διαπιστευμένος, ώστε να μπορέσει αποφορτίσει την ατμόσφαιρα, να αποκαταστήσει το διάλογο μεταξύ των μερών και τελικά να τα βοηθήσει να καταλήξουν σε συμφωνία, αναλαμβάνει δε να εκτελέσει τα καθήκοντά του σύμφωνα με το Νόμο, ο οποίος περιλαμβάνει και τον Κώδικα Δεοντολογίας Διαπιστευμένων Διαμεσολαβητών.

Η επιλογή Διαμεσολαβητή γίνεται ύστερα από έρευνα για τους τομείς εξειδίκευσής του, την τυχόν εμπειρία του κ.λπ. από τον ειδικό κατάλογο που τηρείται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (www.ministryofjustice.gr) και περιλαμβάνει όλους τους Διαπιστευμένους Διαμεσολαβητές.

Στις περιπτώσεις εκούσιας Διαμεσολάβησης ο Διαμεσολαβητής επιλέγεται από τα μέρη από κοινού. Τα δε μέρη μετά την ενημέρωσή τους μπορούν να επιλέξουν άλλον Διαμεσολαβητή για τη διεξαγωγή της Διαμεσολάβησης.

Στην υποχρεωτική Διαμεσολάβηση ο Δικηγόρος του μέρους που επιθυμεί τη δικαστική προστασία απευθύνεται σε Διαμεσολαβητή, ο οποίος γνωστοποιεί στο άλλο μέρος το αίτημα για προσφυγή στη διαδικασία και κανονίζει τις λεπτομέρειες (ημερομηνία, τόπο κ.λπ.) της ενημερωτικής συνεδρίας εντός συγκεκριμένων προθεσμιών. Μετά τη διεξαγωγή της πρώτης υποχρεωτικής συνεδρίας, δεν αποκλείεται τα μέρη να επιλέξουν άλλον Διαμεσολαβητή σε περίπτωση που συμφωνήσουν να υπαγάγουν τη διαφορά τους στη Διαμεσολάβηση.

  1. Ποιοι συμμετέχουν στη Διαμεσολάβηση και πώς πραγματοποιείται;

Στη Διαμεσολάβηση συμμετέχουν τα μέρη τα οποία αφορά η διαφορά, οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι τους και ο Διαμεσολαβητής που έχουν επιλέξει. Η αποφασιστική αρμοδιότητα ανήκει στα μέρη και ο Διαμεσολαβητής, ο οποίος είναι ειδικά εκπαιδευμένος σε τεχνικές ψυχολογίας και διαπραγμάτευσης, προσπαθεί με από κοινού και κατ’ ιδίαν συναντήσεις με αυτά να τα βοηθήσει να επιλύσουν τη μεταξύ τους διαφορά καταλήγοντας σε συμφωνία.

Ο Διαμεσολαβητής δεν αποφασίζει για την έκβαση της υπόθεσης ούτε κρίνει τις θέσεις των μερών. Η διαδικασία της Διαμεσολάβησης καλύπτεται από απόλυτη εχεμύθεια, δεν τηρούνται πρακτικά και οτιδήποτε λέγεται στη Διαμεσολάβηση κατά τις κατ’ ιδίαν συναντήσεις δεν κοινοποιείται στην άλλη πλευρά από τον Διαμεσολαβητή αν δεν υπάρχει σχετική συναίνεση. Παράλληλα, ακόμα και το ίδιο το γεγονός της πραγματοποίησης της Διαμεσολάβησης, μπορεί να παραμείνει απόρρητο ενώ οι συμμετέχοντες σε αυτήν δεν μπορούν να καταθέσουν ως μάρτυρες σε ενδεχόμενη μελλοντική δικαστική (ή διαιτητική) διαδικασία μεταξύ των μερών.

  1. Πόσο διαρκεί η Διαμεσολάβηση;

Η Διαμεσολάβηση συνήθως ολοκληρώνεται σε μία εργάσιμη μέρα, χωρίς αυτό να είναι περιοριστικό. Στις περιπτώσεις της εκούσιας Διαμεσολάβησης και πριν από την διεξαγωγή της, έχει προηγηθεί το στάδιο της προετοιμασίας κατά το οποίο ο Διαμεσολαβητής επικοινωνεί με τα μέρη και τους πληρεξούσιους Δικηγόρους κατ’ αρχήν χωριστά, τους ενημερώνει για το θεσμό και τη διαδικασία και εν συνεχεία υπογράφεται η συμφωνία υπαγωγής στη Διαμεσολάβηση. Στις περιπτώσεις της υποχρεωτικής Διαμεσολάβησης, πριν από τη διεξαγωγή της, πραγματοποιείται ενημερωτική συνεδρία των μερών, κατά την οποία ενημερώνονται ταυτόχρονα από τον Διαμεσολαβητή για τον θεσμό και τη διαδικασία και αποφασίζουν για το αν θα υπαγάγουν τη διαφορά τους σε Διαμεσολάβηση.

Εν συνεχεία, και στις δυο περιπτώσεις (εκούσια και υποχρεωτική Διαμεσολάβηση) οι Δικηγόροι αποστέλλουν στον Διαμεσολαβητή τα ενημερωτικά τους σημειώματα που περιλαμβάνουν τις θέσεις των μερών για τη διαφορά.

  1. Ποιες διαφορές δεν υπάγονται στη Διαμεσολάβηση;

Δεν υπάγονται στη Διαμεσολάβηση οι διαφορές δημοσίου δικαίου (όπως π.χ. οι φορολογικές διαφορές), ενώ από τις διαφορές ιδιωτικού δικαίου, εκείνες για τις οποίες απαιτείται από τον νόμο προσφυγή στα δικαστήρια και έκδοση δικαστικής απόφασης (π.χ. η έκδοση διαζυγίου), εξαιρουμένης της επιμέλειας των τέκνων, η οποία υπάγεται υποχρεωτικά στη Διαμεσολάβηση.

  1. Πόσο κοστίζει η Διαμεσολάβηση;

Η αμοιβή του Διαμεσολαβητή συμφωνείται ελεύθερα από τα μέρη με γραπτή συμφωνία και προκαταβάλλεται από αυτά, συνήθως εξ ημισείας (εκτός αν αποφασίσουν διαφορετικά).

Αν δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία, ο ν. 4512/2018 ορίζει την ελάχιστη αμοιβή του Διαμεσολαβητή στα 170 ευρώ για απασχόληση έως δύο ώρες, ενώ για απασχόληση από δύο ώρες και πάνω η ελάχιστη αμοιβή ορίζεται στα 100 ευρώ την ώρα. [Ο Διαμεσολαβητής δεν είθισται να λαμβάνει bonus επιτυχούς ολοκλήρωσης της διαδικασίας. Κάθε μέρος αναλαμβάνει την αμοιβή του Δικηγόρου που το συνοδεύει, η οποία επίσης συμφωνείται ελεύθερα (υπάρχει πάντως υποχρέωση έκδοσης σχετικού γραμματίου προκαταβολής εισφορών και εξόδων) και για την οποία μπορεί προβλεφθεί επιπρόσθετο bonus επιτυχούς ολοκλήρωσης της διαδικασίας.

  1. Γιατί τα μέρη να επιλέξουν τη Διαμεσολάβηση;

–  Γιατί μπορούν να επιλύσουν άμεσα τη διαφορά τους χωρίς καθυστερήσεις∙

– Γιατί διαπραγματεύονται υποβοηθούμενα από το Διαμεσολαβητή μέσα σε συνθήκες πολιτισμένες που τα ίδια έχουν επιλέξει∙

– Γιατί η διαδικασία καλύπτεται από εχεμύθεια∙

– Γιατί συντομότερος χρόνος επίλυσης σημαίνει και χαμηλότερο κόστος επίλυσης∙

– Γιατί η συμφωνία επίλυσης της διαφορά τους (που περιλαμβάνεται στο Πρακτικό της Διαμεσολάβησης) αποτελεί, υπό προϋποθέσεις, εκτελεστό τίτλο και έχει ισχύ δικαστικής απόφασης∙

– Γιατί μπορούν να διατηρήσουν τις καλές τους σχέσεις και (γιατί όχι;) να επεκτείνουν τη συνεργασία τους.

  1. Πώς μπορώ να γίνω Διαμεσολαβητής;

Σύμφωνα με τον ν. 4512/2018, ο Διαμεσολαβητής πρέπει να έχει εκπαιδευτεί σε Φορέα Εκπαίδευσης Διαμεσολαβητών, αναγνωρισμένο από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης, και στη συνέχεια να συμμετάσχει στις εξετάσεις πιστοποίησης του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προκειμένου να διαπιστευθεί ως Διαμεσολαβητής και να συμπεριληφθεί στον σχετικό κατάλογο του ως άνω Υπουργείου.

Σήμερα, λειτουργούν στην Ελλάδα 5 αδειοδοτηθέντες από το ΥΔΔΑΔ Φορείς Εκπαίδευσης. Στην εκπαίδευση μπορούν να συμμετάσχουν απόφοιτοι Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος της ημεδαπής ή κάτοχοι αντιστοίχου τίτλου σπουδών της αλλοδαπής νόμιμα αναγνωρισμένου στην ημεδαπή, υπό τις λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 200 ν. 4512/2018.

  1. Ποια είναι η σχετική με τη Διαμεσολάβηση Ελληνική και Ενωσιακή Νομοθεσία;

 

Α. Ελληνική Νομοθεσία

  • Ν. 4512/2018 (ΦΕΚ Α’ 5/17.01.2018) Ρυθμίσεις για την εφαρμογή των Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής και άλλες διατάξεις (άρθρα 178-205)
  • Για τις περιπτώσεις που δεν καλύπτει ο Ν. 4512/2018 και στο βαθμό που δεν αντιτίθεται σε αυτόν
  • Ν. 3898/2010 (ΦΕΚ Α’ 211/16.12.2010) Διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις όπως τροποποιήθηκε από με την υποπαράγραφο ΙΕ.2 του άρθρου Πρώτου του Ν.4254/2014, (ΦΕΚ Α 85/7.4.2014) και Πράξεις της Νομοπαρασκευαστικής του νόμου Επιτροπής
  • Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 4.12.2012 (ΦΕΚ Α΄237/5.12.2012) τροποποίησης του Ν. 3898/2010
  • Π.Δ. 123/2011 (ΦΕΚ Α’ 255/9.12.2011) Καθορισμός όρων και προϋποθέσεων αδειοδότησης και λειτουργίας φορέων κατάρτισης διαμεσολαβητών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις
  • Υ.Α. 109087/2011 (ΦΕΚ ΥΟΔΔ 436/14.12.2011) Συγκρότηση Επιτροπής Πιστοποίησης Διαμεσολαβητών
  • Υ.Α. 109088/2011 (ΦΕΚ Β’ 2824/14.12.2011) Διαδικασία αναγνώρισης τίτλων διαπίστευσης διαμεσολαβητών – Θέσπιση Κώδικα Δεοντολογίας Διαπιστευμένων Διαμεσολαβητών και Καθορισμός κυρώσεων για παραβάσεις αυτού
  • Υ.Α. 107309 οικ/2012 (ΦΕΚ Β’ 3417/21.12.2012) τροποποίησης της Υ.Α. 109088/2011
  • Υ.Α. 1460/2012 (ΦΕΚ Β’ 13.2.2012) Καθορισμός ενδεικτικής αμοιβής Διαμεσολαβητή
  • Υ.Α. 85485/2012 (ΦΕΚ Β’ 2693/4.10.2012) Καθορισμός Παραβόλων Διαμεσολάβησης

 

Β. Ενωσιακή Νομοθεσία

  1. Οδηγία 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21.5.2008, για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (L 136/3)
  2. Κανονισμός (ΕΕ) 524/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21.5.2013, για την ηλεκτρονική επίλυση καταναλωτικών διαφορών και για την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΚ) 2006/2004 και της Οδηγίας 2009/22/ΕΚ (Κανονισμός για την ΗΕΚΔ) (L 165/1)
  3. Οδηγία 2013/11/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21.5.2013, για την εναλλακτική επίλυση καταναλωτικών διαφορών και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 και της οδηγίας 2009/22/ΕΚ (οδηγία ΕΕΚΔ) (L 165/63)